Η ύφεση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρείται από όλους δεδομένη. Γι αυτό και η Ε. Επιτροπή προχώρησε στην ίδρυση του Ταμείου Ανάκαμψης, που κάποιοι στη χώρα μας ευελπιστούν ότι θα αποτελέσει ένα μικρό Σχέδιο Μάρσαλ, αλλά και πολλοί φοβούνται ότι θα συνοδευτεί από ένα νέο τύπο δεσμεύσεων ή μνημονίων.

Το αρχικό ποσό που θα διαχειριστεί το Ταμείο προβλέπεται στα 32 δις ευρώ και αναμένεται να διατεθεί την επόμενη προγραμματική περίοδο (2021 – 2027) τόσο ως επιχορηγήσεις (το μεγαλύτερο μέρος), όσο και ως δάνεια αναπτυξιακού προσανατολισμού, με περίοδο αποπληρωμής από το 2027 έως το 2058.

Όμως οι πανηγυρισμοί της ελληνικής Κυβέρνησης για το πακέτο που ανακοινώθηκε ως πρόταση της Ε.Επιτροπής, ίσως αποδειχτούν πρόωροι. Κι αυτό γιατί υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη πολλά βήματα και διαπραγματεύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο για το ύψος όσο και για τη στόχευση και τον τρόπο εκταμίευσης των πόρων.

Βέβαια αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι όλο το σκεπτικό, παρά τις αντιδράσεις χωρών του Βορρά, αποτελεί μία αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν, καθώς εισάγει σε ένα βαθμό την αμοιβαιοποίηση, που ωστόσο έρχεται και με αρκετούς γνώριμους αστερίσκους. Με κυριότερο ότι οι πόροι θα πρέπει να κατευθύνονται σε δράσεις που εγκρίνονται από την Ε.Επιτροπή. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να εισαχθούν μνημονιακού τύπου πολιτικές ως κριτήριο έγκρισης δράσεων.

Το βασικό όμως ερώτημα για την ελληνική οικονομία είναι, αν η αναπτυξιακή στόχευση που θα υπηρετείται από αυτούς τους πόρους θα συμβάλει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Κι όταν μιλάμε για παραγωγή στη χώρα μας εννοούμε βασικά τον αγροτοδιατροφικό τομέα, ο οποίος δειχνει ότι μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη.

Γι αυτό και θεωρούμε ότι η μονομερής επενδυτική δραστηριότητα εκτός του τουρισμού σήμερα σε ενεργειακούς μόνο τομείς, ιδίως σε ήπιες μορφές ενέργειας, κατά τα λοιπά απολύτως αναγκαίες, όπως η αιολική μέσω ανεμογεννητριών και η ηλιακή μέσω φωτοβολταϊκών αποτελούν, χωρίς την μελετημένη χωροταξική κατανομή τους μιας άλλης μορφής κερδοσκοπία υπέρ των μεγάλων συμφερόντων που κατέχουν τεχνολογίες και τεχνογνωσία προερχόμενη κυρίως από τις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά.
Ενισχύσεις και επιδοτήσεις που δίνονται με το αζημίωτο στις τεχνολογίες αυτές και μάλιστα με πολλαπλές διασφαλίσεις αλλά και σχεδόν αποκλειστική χρήση γης με φυσικά πλεονεκτήματα, μεγάλη περιβαλλοντική αξία και υψηλής παραγωγικότητας, απολύτως αναγκαίας για την αγροτική παραγωγική διαδικασία.

Έχοντας επισημάνει από χρόνια όλα αυτά ως ριζοσπαστική αριστερά, προσπαθήσαμε να λειτουργήσουμε και στον αγροτικό χώρο, παρά τις μνημονικές δυσκολίες της περιόδου διακυβέρνησής μας. Προστατεύσαμε ουσιαστικά και αυτό αποτυπώνεται σήμερα, τους ανθρώπους της υπαίθρου που έχουν βασική πηγή εισοδήματος το αγροτικό εισόδημα, δίνοντας σημαντική ώθηση στις επενδυτικές προσπάθειες του αγροτικού τομέα μέσω του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης( 2014-20), με σχεδιασμό και σαφείς προτεραιότητες, για όλα τα θέματα και σε διάλογο με όλους.

Οι προτεραιότητες μας, με σαφή αναφορά οικονομικού και θεσμικού χαρακτήρα, έχουν ως πεδίο αναφοράς το ίδιο σκεπτικό:
Την ανόρθωση του πρωτογενούς τομέα και τον συνολικό μετασχηματισμό του, με την εδραίωση ενός νέου παραγωγικού, κοινωνικού και διατροφικού πρότυπου, που θα βασίζεται στην αειφόρο, περιβαλλοντικά και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη, που όμως απαιτούσε ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων.
Γι αυτό, έστω πρωτόλεια και αποσπασματικά, παρεμβήκαμε δίνοντας ένα νέο αναπτυξιακό στίγμα στον αγροτικό χώρο. Αναφέρω δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
α) Ο Φορέας Αξιοποίησης της Δημόσιας Αγροτικής Γης (ΟΔΙΑΓΕ), με στόχο την παραχώρηση και αξιοποίησή της, σε νέους αγρότες και συλλογικές μορφές. Ένας φορέας που μπορούσε να βάλει τάξη στο χαώδες και εν πολλοίς μεροληπτικά αξιοποιήσιμο, από διάφορους φίλους της εκάστοτε μικρής η μεγάλης εξουσίας, καθεστώς εκμετάλλευσης μιας μεγάλης περιουσίας και ταυτόχρονα να προστατεύσει την δημόσια περιουσία. Δυστυχώς τη δυνατότητα αυτή τη κατήργησε η κυβέρνηση της Ν.Δ., άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της και β) Η Τράπεζα Γενετικού Υλικού για τη διατήρηση, αναπαραγωγή και προώθηση του εγχώριου γενετικού υλικού, παράλληλα με τη σύνδεσή της με ένα στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών ( ΑΦΦ ), σημαντικής κλίμακας μεγέθους όπου σε εγκαταλελειμμένες λιγνιτικές περιοχές, αλλά και σε αυτές που θα προκύψουν από την απολιγνιτοποίηση της χώρας διασφαλιζόταν μια αγροτική ανάπτυξη με προϊόντα ποιότητας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Μέσω της προβλεπόμενης Ομάδας Εργασίας για την υποστήριξη της προωθούμενης καλλιέργειας στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, και με την συμμετοχή πλήθους τοπικών φορέων και επιστημόνων τέθηκαν ουσιαστικά επιστημονικά, διοικητικά, διαχειριστικά και προγραμματικά θέματα για την προώθηση του εγχειρήματος και την επιτάχυνση των εργασιών και καθορίστηκαν οι προτεραιότητες και τα βήματα.

Δυστυχώς κι αυτό δεν προχώρησε λόγω των εγγενών αδυναμιών της αγροτικής οικονομίας αλλά κυρίως λόγω γραφειοκρατικών και ιδιοκτησιακών προβλημάτων που προέβαλε η ΔΕΗ.

Πηγή: eviaportal.gr